Το τσιμέντο και η άσφαλτος ξερνούσαν την ζέστα που ρουφούσαν αδηφάγα όλη την μέρα. Στο σκοτεινό διαμέρισμα, μόνο ο ήχος του ντους από το μπάνιο και το ράδιο στο δωμάτιο ακουγόντουσαν. Που και που καμιά φωνή από τα μπαράκια, τέσσερις ορόφους κάτω, εισέβαλε και μετά πάλι σιωπή, είναι και περασμένα μεσάνυχτα. Ο ήχος του ντους σταμάτησε, η πόρτα ανοίγει και το φως από το μπάνιο γεμίζει τον διάδρομο. Ο άντρας με μία πετσέτα στην μέση και ενώ σκουπίζει με μια άλλη τα μαλλιά του προχωράει προς το δωμάτιο, στιγμές μετά, επιστρέφει και σβήνει το φως, τον ακολουθώ και εγώ στο δωμάτιο. Κάτι κάνει στο γραφείο αλλά όπως στέκεται δεν μπορώ να δω, κάθομαι στην μία άκρη του καναπέ και τον παρατηρώ. Δεν είναι αυτό που λέμε όμορφος, περισσότερο προς το μέτριος, χωρίς να έχει άσχημα χαρακτηριστικά, έχει επιβλητική κορμοστασιά όμως ίσως και λίγο τρομακτική όπως στέκεται στο σκοτάδι, πάει στην μπαλκονόπορτα την κλείνει και τραβάει την κουρτίνα, επιστρέφει στο γραφείο και ανάβει το air condition που αρχίζει να ξεφυσάει.
Ξαφνικά φως τον λούζει από την οθόνη, τονίζοντας περισσότερο το περίγραμμα του, είναι πιο μυώδης από ότι νόμιζα, μαζεύομαι ασυναίσθητα καθώς περνάει από δίπλα μου και πάει στο κρεβάτι, φτιάχνει τα μαξιλάρια και κάθεται με την πλάτη να ακουμπάει στο τοίχο.
Ανάβει το πορτατίφ και ψάχνει για το κινητό του, του ρίχνει μια μάτια γέρνοντας από πάνω και ξαναπαίρνει την αρχική του θέση σβήνοντας το φως.
Τον βλέπω που κοιτάζει ασυναίσθητα προς το μπαλκόνι, το βλέμμα του τρυπάει τις κουρτίνες και συγκρούεται με πάταγο στην απέναντι πολυκατοικία. Στην οθόνη εικόνες εναλλάσσονται, μια παραλία, μετά ένα τρένο, άτομα που μιλάνε αλλά το χαρακτηριστικό σήμα mute στην πάνω δεξιά γωνία, κάνει προφανές το γιατί δεν ακούγεται τίποτα, εκτός από το υποτονικό, σαν απόκοσμο ψίθυρο, ραδιόφωνο. Προσπαθώ να διαβάσω τα χείλη των ηθοποιών αλλά δεν καταφέρνω και πολλά, εγκαταλείπω την προσπάθεια και εστιάζω την προσοχή μου στον άντρα που έχει ξαπλώσει εντελώς, έχει βάλει τα χέρια του κάτω από το κεφάλι του και κοιτάει με ορθάνοιχτα μάτια το ταβάνι.
Συγκεντρώνομαι περισσότερο στην εικόνα του και μετά από λίγο μπορώ και ακούω την εσωτερική του φωνή, την φωνή που έχει ο καθένας μας στο κεφάλι του και υλοποιεί σκέψεις και αισθήματα, δεν την ακούω με τα αυτιά μου, αλλά την ακούω μέσα στο κεφάλι μου, σα να είναι η δική μου σκέψη. Σκέφτεται μια κοπέλα, δεν προλαβαίνω να καταλάβω τι ακριβώς όμως γιατί ένας καταιγισμός από εικόνες, λέξεις και χρώματα κατακλύζουν τον εγκέφαλο μου. Ήταν τόσο απότομο και τέτοιος ο όγκος που δαγκώνω τα χείλη μου για να μην φωνάξω. Κλείνω τα μάτια και η φωνή του εξαφανίζεται, παίρνω βαθιές ανάσες και προσπαθώ να ηρεμήσω, νοιώθω τους κροτάφους μου να χτυπάνε έντονα. Ανοίγω πάλι δειλά τα μάτια μου και τον βλέπω στην στάση που ήτανε να έχει γυρίσει το κεφάλι του και να με έχει καρφώσει με το βλέμμα του, προς στιγμή ανησυχώ ότι με βλέπει αλλά η φωνή του μου γεμίζει πάλι το κεφάλι, ακόμα εκείνη σκέφτεται.
Να στείλω άραγε να δω τι κάνει; Μπα άστο μαλακία να είναι με το κινητό στο girls out night.
Γυρίζει μπρούμυτα και χώνει το πρόσωπο του στα σεντόνια, μυρωδιές κατακλύζουν το μυαλό μου, οι μυρωδιές υλοποιούνται σαν καπνός και σχηματίζουν εικόνες, δυο κορμιά σφιχταγκαλιασμένα, ιδρωμένα να ερωτοτροπούν με πάθος, οι σκηνές εναλλάσσονται όπως αυτές τις οθόνης χωρίς ήχο, χωρίς το σηματάκι mute πουθενά. Βλέπω μέσα από τα μάτια του, δύο πράσινα μάτια με κοιτάνε, νοιώθω να με τρυπάνε σαν πυρωμένα σμαράγδια, τα κοιτάω μαγνητισμένος, νοιώθω τον πόθο του σαν κισσό να πλέκεται γύρω από το κορμό της και να τον σφίγγει τόσο πολύ που να αφήνει σημάδια στο φλοιό της και όλο να μεγαλώνει και να κυκλώνει κάθε εκατοστό του κορμού, μέχρι που τον καταπίνει ολόκληρο, άσπρα λουλούδια πάθους ξεπετιούνται και τα πάντα πνίγονται σε ένα άρωμα αγάπης.
Αποτραβιέμαι λίγο και τον βλέπω να εξακολουθεί να κάθεται μπρούμυτα. Δεν χρειάζομαι καν τις σκέψεις του για να καταλάβω τι τρέχει, όχι πολλές ώρες πριν αυτός και η κοπέλα της σκέψης του είχαν κάνει έρωτα και είχαν αφήσει στα σεντόνια την ανάμνηση της πράξης τους με την μορφή μυρωδιάς. Όχι κάποιο αποσμητικό, όχι κάποιο άρωμα αλλά τις ζωώδεις μυρωδιές, ιδρώτας, δέρμα, φερομόνες σε ένα χαοτικό συνδυασμό, αρσενικού και θηλυκού, που όπως τα κορμιά τους γίνανε ένα, έτσι ενώθηκαν και οι μυρωδιές τους και πότισαν το σεντόνι, αφήνοντας την αδιαμφισβήτητη υπογραφή του πάθους τους. Χαμογελάω πονηρά και γλυκά συνάμα, νοιώθοντας τις σκέψεις του και τις αισθήσεις του να κατακάθονται σαν υγρασία στο μυαλό μου.
Τον βλέπω να ψαχουλεύει κάτι στο συρτάρι, βιαστικά προσπαθώ να τον ακούσω.
Προφυλακτικά, λεφτά, που στο καλό είναι; Nα τα.
Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα, βάζει ένα στο στόμα του και το ανάβει, το τσιγάρο τσιτσιρίζει, ακουμπάει στο τοίχο και χαζεύει τον καπνό που ανεβαίνει προς το ταβάνι και χάνεται στο σκοτάδι, είναι η μικρή τους συνήθεια, μετά το sex να μοιράζονται ένα τσιγάρο, μια τόσο απλή καθημερινή πράξη που όμως το μυαλό του την γεμίζει ως γεγονός γλύκα. Ένα μικρό τους μυστικό, βλέπεις όλοι πλέον γνωρίζουν ότι σαν ζευγάρι, το κάνουν, και όσοι δεν το ξέρουν με σιγουριά, το υποψιάζονται, μερικοί ίσως να σκέφτηκαν ακόμη και το πως, το που και άλλες “βρώμικες” λεπτομέρειες, αλλά αυτή την μικρή τους συνήθεια την τόσο σφιχτά ενσωματωμένη με την πράξη τους κανείς δεν την ξέρει.
Πράσινα μαλλιά, χμ πόσο δέσμιοι των γονιδιακών εκφράσεων είμαστε;
Μένω με την απορία προς στιγμή, μην αντιλαμβανόμενος την πηγή της σκέψης του, μέχρι που ακολουθώντας το βλέμμα του είδα στην οθόνη την κοπέλα με τα πράσινα μαλλιά να μιλάει στον “καθώς πρέπει” κυριούλη.
...τα κίτρινα, τα κόκκινα τα θεωρούμε φυσιολογικά ενώ τα πράσινα όχι, Σάμπως πόσα κόκκινα και κίτρινα ή μαύρα βλέπουμε που να είναι όντως φυσικά και όχι χημεία;
Ελάχιστα.
Κι όμως το πράσινο ή το πορτοκαλί μας ξενίζει... τώρα θα μου έλεγε ότι είναι cute και θα με ρωτούσε: "Να κάνω και εγώ μια τούφα πράσινη;" θα την κοιτούσα σοβαρά και αρνητικά μόνο και μόνο για να την δω να τσαντίζεται και να μου δηλώνει φωναχτά: "ΕΓΩ ΘΑ ΚΑΝΩ!!!", ενώ θα κρατιόμουν να μην γελάσω και να απολαύσω λίγο ακόμη από την “τσαντίλα” της...
Σβήνει το τσιγάρο και σηκώνεται, πετάει την πετσέτα δίπλα μου και φοράει ένα εσώρουχο από το συρτάρι της ντουλάπας, μαζεύει την πετσέτα και βγαίνει από το δωμάτιο.
Κάθομαι οκλαδόν στο καναπέ, και προσπαθώ να ανασυγκροτήσω και να διαχωρίσω τις σκέψεις μου από τις σκέψεις του, δεν είναι τόσο εύκολο βλέπεις, άλλο να σου λέει κάποιος τη σκέφτεται και άλλο να το νιώθεις, ωμό, ακατέργαστο, μέσα σου.
Ακούω το καζανάκι, μετά την βρύση που τρέχει στο μπάνιο, επιστρέφει στο δωμάτιο κλείνει το κλιματισμό ανοίγει τις μπαλκονόπορτες και ένα κύμα ζέστης γεμίζει το δωμάτιο. Ξαπλώνει πάλι στο κρεβάτι και απλώνεται. Τον κοιτάω αφηρημένα. Έτσι λοιπόν μοιάζει ένας ευτυχισμένος άνδρας, όχι κάποιος που το δηλώνει αλλά κάποιος που ΕΙΝΑΙ και το ξέρω ίσως καλύτερα από τον ίδιο ότι είναι ευτυχισμένος, ένιωσα την ευτυχία του, πηχτή και γλυκιά σαν μέλι με κερήθρα, τον ζηλεύω...
Οι περιοδικές φωνές από το δρόμο έχουν σταματήσει, σηκώνομαι και βγαίνω στο μπαλκόνι, ένα διακριτικό δροσερό αεράκι, μόλις που το αισθάνoμαι, με τυλίγει, κοιτάω τον δρόμο και χάνομαι στις σκέψεις μου, τόσο μυστικές και απόκρυφες που ούτε εγώ δεν θέλω να τις γνωρίζω, νοιώθω τους φόβους μου να βγαίνουν σερνόμενοι από λάσπες και βούρκους, να βουτάνε τις ελπίδες και να τις τραβάνε μέσα σε μιαρούς βάλτους και στα σκοτάδια, όπου χάνονται με φωνές από φως.
Με σταματάω βίαια, ήρθε η ώρα να αποσυρθώ, μπαίνω πάλι μέσα στο δωμάτιο, κοντοστέκομαι και κοιτάω την ξαπλωμένη φιγούρα, η οθόνη έχει μαυρίσει, ίσα ίσα που τον βλέπω ξαπλωμένο, μάλλον κοιμήθηκε, γιατί βλέπω το σκοτάδι που ανασηκώνεται ήρεμα και ρυθμικά με την αναπνοή του.
Η βραδινή ησυχία βιάζεται από κλειδιά που πέφτουν και σαν αντανακλαστικό βλέπω στο σκοτάδι το άσπρο του ματιού του που άνοιξε, κολλάω στον τοίχο στην γωνία δίπλα από την ντουλάπα και τον "ακούω"...
Ήρθε...
και από πίσω κολλητά της λέξης ένα χαρούμενο χαχανητό, ακούγεται η πόρτα που ανοίγει σιγά και που κλείνει ακόμα πιο ήσυχα, δεν μπορώ να δω από εδώ ποιος είναι αλλά δεν χρειάζεται και πολύ φαντασία να καταλάβω. Το φως στο διάδρομο ανάβει και την βλέπω να μπαίνει στις μύτες στο δωμάτιο με τα παπούτσια στο χέρι, τα αφήνει στην άκρη δίπλα στον καναπέ, και όπως πάει να γυρίσει χτυπάει το γόνατο της βίαια στη γωνία, ο καναπές αφήνει μια στριγκλιά καθώς μετακινήθηκε από το χτύπημα, και πνίγει την δικιά της φωνή πόνου.
Μειδιάζω με την ειρωνεία που προσπαθούσε να μπει αθόρυβα και την άκουσε όλη η πολυκατοικία σχεδόν. Κάθεται στον καναπέ και τρίβει το χτυπημένο γόνατο της, ο άντρας ατάραχος αμετακίνητος, είναι ξύπνιος όμως το ξέρω, το είδα πριν, αλλά και να μην ήταν δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξυπνήσε τώρα, κι όμως κάθεται εκεί όπως ήταν πριν χωρίς το παραμικρό σημάδι ότι συμβαίνει το παραμικρό.
Η κοπέλα σηκώνεται, πλησιάζει στο κρεβάτι σκύβει και ακούγεται ένα φιλί και κάτι αδιάλειπτο σαν μουρμουρητό. Απομακρύνεται και έρχεται προς το μέρος μου, είναι όμορφη, είναι πολύ όμορφη, έχει κάτι γνώριμο, αλλά δεν προλαβαίνω να αντιληφθώ ακριβώς το τι, γιατί αρχίζει να γδύνεται, οι κινήσεις της είναι φυσικές, απλοϊκές χωρίς ίχνος επιτήδευσης, τόσο που εκπλήσσομαι από τις σκέψεις του, που εισέβαλαν πάλι στο κεφάλι μου, λες και ξέρει ότι είμαι εδώ και θέλει να μου εξηγήσει.
Αυτό είναι ίσως η πιο προσωπική στιγμή που έχουμε, ακόμα και την εποχή που δεν είμασταν μαζί ήταν η ιεροτελεστία μας, ακόμα και την εποχή που με απέρριπτε ήταν το μικρό μας taboo, αυτή να γδύνεται ή να ντύνεται και εγώ...
Η γυμνή πλέον κοπέλα απομακρύνθηκε με μικρά γρήγορα βηματάκια και μετά από λίγο ακούστηκε πάλι το ντους που έτρεχε... ο άνδρας συνέχιζε
...να την κοιτάω, ακόμα και σαν απλή αναφορά πράξης, ήταν η μεγαλύτερη εισβολή στον προσωπικό της χώρο που με άφηνε να κάνω, πάντα με την προτροπή να μην κοιτάω, που ποτέ δεν την άκουσα, έχουμε τσακωθεί κιόλας για αυτό το "μην κοιτάς". Από τότε έχουμε περάσει πολλά, ευχάριστα και δυσάρεστα, αλλάξαμε ρόλους καταστάσεις και αισθήματα αλλά αυτό έχει μείνει, άλλοτε sexy, άλλοτε βιαστικό, άλλοτε ως καθημερινή πράξη, αλλά πάντα η στιγμή μας.
Ακούγοντας την εξήγηση δεν κρατήθηκα και χαμογέλασα, δεν μπόρεσα να το αντιληφθώ ακριβώς πως το εννοούσε, γιατι σε κάτι τόσο απλό του έδινε πολύ βάθος και τεράστια σημασία που αδυνατούσα να επεξεργαστώ, αλλά ότι κατάλαβα ήταν όμορφο.
Η κοπέλα επέστρεψε, ανέβηκε σιγά σιγά στο κρεβάτι, πέρασε πάνω από τον άνδρα και ξάπλωσε δίπλα του, αυτός γύρισε την αγκάλιασε, της φίλησε το λαιμό και έχωσε το πρόσωπο του στα βρεγμένα μαλλιά της, αυτή του χάιδευε το κεφάλι και άρχισε να του λέει τι έγινε και πώς πέρασε, όλα τόσο φυσικά και γνώριμα για αυτούς που δεν ξέρω αν μπορούσαν να αντιληφθούν την ομορφιά τους...
Τινάζομαι με κομμένη την ανάσα, οι κουρτίνες ανεμίζουν αφήνοντας ριπές καυτού αέρα να με χτυπάνε, κοιτάω την ώρα τρεις και κάτι, έχω ιδρώσει, πέφτω πίσω και κοιτάω το ταβάνι, τα φρένα από ένα τρένο στριγκλίζουν μεταλλικά, κοιτάω την ώρα τρεις και είκοσι, αλλάζω πλευρό, παίρνω αγκαλιά ένα μαξιλάρι και ακούω το μυαλό μου να στριγκλίζει φάλτσα μεταλλικά...
"I beg of you...
Don't go wasting your emotion
Lay all your love on me"
Mama mia, έχω αρχίσει να τα χάνω...
“ Εξαίσιο! ”
Εξαίσιο, δώσε το δυνατά! Περιμένουμε και άλλο κειμενάκι!